Δυναμική ύφεση, τράπεζες και το παράδειγμα της απόσυρσης των αυτοκινήτων

Δημοσιεύτηκε στη capital.gr την 16η Μαρτίου 2011

Η απόσυρση ως μέτρο ενίσχυσης της αγοράς των αυτοκινήτων που επανα-υιοθετήθηκε και μπήκε σε εφαρμογή πρόσφατα οδηγείται σε αποτυχία. Ασχέτως με τη συμφωνία ή τη διαφωνία που μπορεί να έχει κανείς με το συγκεκριμένο μέτρο, οι δυναμικές των οικονομικών σχέσεων και συμπεριφορών που αναπτύχθηκαν περί αυτό είναι αποκαλυπτικές.

Οι περισσότεροι από τους ιδιώτες που μπορούν να ενταχθούν στο μέτρο της απόσυρσης αντί να κάνουν χρήση του δικαιώματος της έκπτωσης, αγοράζοντας ένα νέο αυτοκίνητο σε αντικατάσταση του αποσυρμένου, απλώς πωλούν την επιδότηση. Ουσιαστικά παραδίδουν στις εταιρείες εμπορίας αυτοκινήτων το σχετικό δικαίωμα και περιμένουν μέσω αυτών, να το πουλήσουν σε κάποιον που ενδιαφέρεται να αγοράσει αυτοκίνητο. Και ο λόγος είναι απλός. Δεν υπάρχουν λεφτά.

Σε αυτή την εξέλιξη σημαντικός είναι ο ρόλος των τραπεζών που ενώ κατά το πρόσφατο παρελθόν διέθεταν αφειδώς δάνεια για αγορά αυτοκινήτων σήμερα και χρεώνουν υψηλότατο επιτόκιο και δεν εγκρίνουν σχεδόν κανένα νέο δάνειο. Ωστόσο, με αυτή την τακτική των υψηλών επιτοκίων, φερέγγυοι δανειολήπτες δεν προσέρχονται στις τράπεζες (Stiglitz και Weiss, 1981) περιορίζοντας τον κύκλο εργασιών των τραπεζών αλλά και της οικονομίας γενικότερα.

Επιπλέον οι τράπεζες εγκλωβίζονται ολοένα και περισσότερο με πελάτες υψηλού ρίσκου και μεγαλύτερου κόστους παρακολούθησης που εντέλει τις εξωθεί να επιβάλλουν ολοένα υψηλότερο επιτόκιο ικανό να απορροφήσει τον αυξανόμενο κίνδυνο των επισφαλειών (Williamson, 1987), ενώ παράλληλα επιδεικνύουν ολοένα μικρότερη διαθεσιμότητα για δανειοδοτήσεις (Mankiew, 1986). Σε αυτό συμβάλλει και η απαξίωση των ήδη ενεχυριασμένων αυτοκινήτων στην αγορά των μεταχειρισμένων εξαιτίας και της συσταλτικής συμπεριφοράς των τραπεζών έναντι της πρωτογενούς αγοράς αυτοκινήτων (Kiyotaki και Moore, 1997). Έτσι καταλήγουμε σταδιακά σε μια συστημική αφαίμαξη της ρευστότητας που απομοχλεύει την οικονομία και επιδεινώνει τον κίνδυνο του χαρτοφυλακίου των δανείων, ενώ αυξάνει τις τραπεζικές επισφάλειες και τις απαιτούμενες προβλέψεις έναντι αυτών.

Ειδικότερα για τη συγκεκριμένη περίπτωση της απόσυρσης των αυτοκινήτων, η πολιτική των τραπεζών καταλήγει να μετατρέπει ένα από τα ελάχιστα μέτρα δημοσιονομικής επέκτασης της κυβέρνησης σε απλή δαπάνη χωρίς να επιφέρει κανένα θετικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στην οικονομία. Οι εταιρείες αυτοκινήτων συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα και μαζί τους οι χιλιάδες εργαζόμενοι σε αυτές. Οι δε τράπεζες επιτείνουν τα προβλήματα τους καθώς δεν βελτιώνεται η κατάσταση στον κλάδο του αυτοκινήτου που θα επέτρεπε την καλύτερη ανταπόκριση των επιχειρήσεων προς αυτές. Καταλήγουμε λοιπόν σε μια κατάσταση που όλοι χάνουν. Το κράτος που απλώς επιβαρύνεται με μια αναποτελεσματική δαπάνη, οι ιδιώτες που χάνουν ακόμα και το παλιό τους αυτοκίνητο, οι εταιρείες που δεν βλέπουν να βελτιώνεται ο κύκλος εργασιών τους, οι εργαζόμενοι που πιέζονται ακόμα περισσότερο από τα προβλήματα των εργοδοτών τους και οι τράπεζες που όχι μόνο δεν βελτιώνουν τη θέση τους αλλά βρίσκονται σε χειρότερη θέση καθώς περιορίζουν ακόμα περισσότερο οι δυνατότητες των πελατών τους να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς αυτές. Και η συνέχεια γνωστή. Οι τράπεζες πιεζόμενες από τη δυσμενέστερη θέση τους περιορίζουν ακόμα περισσότερο τη χρηματοδότηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και ένας ευρύτερος κύκλος απομόχλευσης της αγοράς και περιορισμού των οικονομικών δραστηριοτήτων θα ξεκινήσει.

Το παράδειγμα της αποτυχίας του μέτρου της απόσυρσης και των αιτιάσεων περί αυτή, είναι η χαρακτηριστικότερη περιγραφή της κατάστασης που διανύει σήμερα η οικονομία αλλά και η απλούστερη απόδειξη των αδιεξόδων της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής. Όσο η αντιμετώπιση της κρίσης γίνεται με την παθητικοποίηση των τραπεζών που απλώς περιμένουν να ορθοποδήσει το σύστημα για να ξαναβγάλουν λεφτά, τόσο η οικονομία θα παρασύρεται στην κατακόρυφη περιδίνηση της απομόχλευσης και της δυναμικής ύφεσης.

Όσο οι διαρθρωτικές αλλαγές περιορίζονται στο δημοσιονομικό και τον ιδιωτικό τομέα και τις αγορές προϊόντων – υπηρεσιών και εργασίας και δεν περιλαμβάνουν το νομισματικό και χρηματοπιστωτικό σκέλος και τις αγορές χρήματος και κεφαλαίου τόσο θα προσκρούουν οι αλλαγές στις αγκυλώσεις που χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία με συνέπεια την κατάρρευση παρά την προσαρμογή.

Απαιτείται άμεσα, τώρα, η διοχέτευση ρευστότητας στην αγορά και όχι απλά η διευκόλυνση των τραπεζών στη διαχείριση της ισορροπίας των ισολογιστικών στοιχείων (sterilized lending). Συντονισμένα και οργανωμένα η εφαρμογή του μνημονίου θα πρέπει να συνοδευθεί με μέτρα νομισματικής χαλάρωσης και παροχή διευκολύνσεων ρευστότητας από την ΕΚΤ στις ελληνικές τράπεζες που θα καταλήγουν στην πραγματική οικονομία, υπό την παρακολούθηση της κυβέρνησης και της ΤτΕ και τις κατευθύνσεις που θα ειδικεύονται από την κυβέρνηση και την τρόικα. Δεν είναι δυνατό να συνεχισθεί αυτό το λάθος σχεδιασμού και αυτό το ολίσθημα οικονομολογικής σκέψης που καταλήγει να πνίγει κάθε επιχειρηματική προσπάθεια. Αλλιώς η ανάκαμψη, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα είναι βραδεία, με ισχυρή επιχειρηματική αναδιάταξη και ανακατανομή πλούτου και ενώ σίγουρα θα έχει προηγηθεί μια επώδυνη και μακρά περίοδος δραματικής επιδείνωσης. Ιδιαίτερα με δεδομένη την αυξητική πορεία των επιτοκίων βάσης που προκύπτει από τις πληθωριστικές πιέσεις που εξασκεί η αύξηση της τιμής του πετρελαίου αλλά και η έστω και αργή διεθνής ανάκαμψη. Παράλληλα, πρέπει να εκπονηθεί και να υλοποιηθεί ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο για την ενίσχυση του ανταγωνισμού στον χρηματοπιστωτικό κλάδο με την θέσπιση ισχυρών φορολογικών κινήτρων για εγκατάσταση ξένων τραπεζών στη χώρα και εν γένει τον περιορισμό του ολιγοπωλιακού χαρακτήρα της τραπεζικής αγοράς. Δεν είναι δυνατό η υπέρβαση της κρίσης να αφήσει ανέπαφο έναν από τους βασικούς πυλώνες της, το στρεβλό σημερινό τραπεζικό σύστημα που καταλήγει σε σημαντικά και σταθερά υψηλότερο και αντιαναπτυξιακό κόστος χρήματος για τις ελληνικές επιχειρήσεις σε σχέση με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο (βλ. Τσαμουργκέλης, 2011).

Βιβλιογραφία

Kiyotaki N. and J. Moore, “Credit Cycles” The Journal of Political Economy, Vol.105, Issue 2 (Apr. 1997), 211-248

Mankiew, N.G. “The Allocation of Credit and Financial Collapse.” Quarterly Journal of Economics 101 (August 1986), 455-70

Stiglitz, J. and A.Weiss. “Credit Rationing in Markets with Imperfect Information.” American Economic Review 71 (June 1981) 393-410.

Williamson, Srephen D. “Costly Monitoring, Financial Intermediation, and Equilibrium Credit Rationing.” Journal of Monetary Economics 18 (September 1986), 159-79.

Τσαμουργκέλη Γιάννη. «Το ολιγοπώλιο των τραπεζών τροχοπέδη στην ανάπτυξη» (Οκτώμβριος 2010).

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s