Ιρλανδία, Ελλάδα και Τράπεζες

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινη της Κυριακής, 1.12.2013.

Όταν μια οικονομία βρίσκεται σε κρίση, η υπέρβαση της απαιτεί τη σύμπραξη δημοσιονομικής, εισοδηματικής και νομισματικής πολιτικής. Συμμετοχή μιας χώρας στην ζώνη του ευρώ απεμπολεί τη δυνατότητα συναλλαγματικής πολιτικής. Για τη νομισματική πολιτική τα εθνικά περιθώρια προκύπτουν από τη δυνατότητα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος να προσδιορίσει τα επιτόκια και περαιτέρω την προσφορά χρήματος, ανταποκρινόμενο λιγότερο ή περισσότερο στη ζήτηση χρήματος της πραγματικής οικονομίας. Ουσιαστικά, μόνο η δημοσιονομική και η εισοδηματική πολιτική μένουν στις πολιτικές αρχές. Στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης, τρόικα και κυβερνήσεις ενεργοποίησαν δημοσιονομικές και εισοδηματικές πολιτικές. Η νομισματική πολιτική δεν εναρμονίσθηκε ώστε να υποβοηθήσει την ταχύτερη δυνατή υπέρβαση της κρίσης, την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων και την ανάκαμψη της οικονομίας. Αντίθετα, αφέθηκε στις τράπεζες παρά το γεγονός ότι το τραπεζικό σύστημα ανακεφαλαιώθηκε από χρήματα του ελληνικού δημοσίου, με την πλειοψηφία των μετοχών -άρα και η διοίκηση – να μεταβιβάζονται στο κράτος και την πολιτική ηγεσία. Έτσι, αντί για φθηνό και προσβάσιμο χρήμα, οι τράπεζες από τις αρχές του 2009 αύξησαν τα επιτοκιακά περιθώρια (τη διαφορά μεταξύ του μέσου επιτοκίου χορηγήσεων και του μέσου επιτοκίου καταθέσεων), απορροφώντας πλεόνασμα από την πραγματική οικονομία. Περιόρισαν τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και ζήτησαν επιστροφή δανείων. Εξώθησαν σε συρρίκνωση και πτώχευση, επιχειρήσεις που δοκιμάζονταν ήδη από την ύφεση και τη φορολογική επιδρομή της «δημοσιονομικής εξυγίανσης».
Πολιτική ηγεσία και διοικήσεις των τραπεζών αιτιολόγησαν αυτή την πολιτική ως αποτέλεσμα του αποκλεισμού των τελευταίων από τις διεθνείς χρηματαγορές. Ωστόσο, όταν μια τράπεζα αδυνατεί να προσφύγει σε δανεισμό από τις διεθνείς αγορές, η δυνατότητα της να συγκεντρώσει κεφάλαια από τους καταθέτες και να τα απονείμει στους επενδυτές , προσδιορίζεται από την αξία της τράπεζας. Όμως, τι άλλο μεγιστοποιεί την αξία μιας τράπεζας, από την προοπτική της οικονομίας στην οποία λειτουργεί και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών που εξυπηρετεί; Σε αυτό συντείνει η εξασφάλιση συνθηκών φθηνού και προσβάσιμου χρήματος και ουδόλως των συνθηκών ακριβού και δυσεύρετου χρήματος. Ουσιαστικά, τραπεζικές διοικήσεις και πολιτική ηγεσία, υιοθέτησαν ακριβώς την πολιτική που δεν έπρεπε κινούμενες «προκυκλικά», δηλαδή, συρρικνώνοντας τις δραστηριότητες των τραπεζών μια συρρικνούμενη οικονομία.
Αντίθετα μια αντικυκλική πολιτική θα οδηγούσε σε μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων συνεισφέροντας επιχειρήσεις και νοικοκυριά στην προσπάθεια επιβίωσης και ανάκαμψης. Ακόμα και με μείωση του περιθωρίου κερδοφορίας των τραπεζών. Αυτό ακριβώς που συνέβη στην Ιρλανδία που οι τράπεζες μετά την κρίση συρρίκνωσαν τα επιτόκια χορηγήσεων στο 3-3,5% από το 5-6,5% στην περίοδο προ της κρίσης, συμπιέζοντας ουσιαστικά τα επιτοκιακά περιθώρια από 2,5% που κυμαίνονταν στη δεκαετία του 2000, γύρω στο 0,5% στην περίοδο μετά την κρίση. Με άλλα λόγια μείωσαν το περιθώριο μικτού κέρδους από τις εργασίες διαμεσολάβησή τους μεταξύ καταθετών και επενδυτών κατά 80%, συνεισφέροντας στη μεγαλύτερη δυνατή ρευστότητα (στην Ιρλανδία η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων μειώνεται για διάστημα του 2012 σε αντίθεση με την Ελλάδα που η μείωση των χορηγήσεων στις επιχειρήσεις έφθασε στο 23% στο διάστημα 2008-2012). Αντίστοιχη μείωση στην περίπτωση της Ελλάδας θα έφερνε τις τράπεζες να λειτουργούν με μέσο επιτοκιακό περιθώριο της τάξης του 0,6% αντί του 2% κατά μέσο όρο. Μια τέτοια επιλογή ακόμα και με το ίδιο περιορισμένο επίπεδο τραπεζικής χρηματοδότησης, θα απελευθέρωνε ετησίως περί τα 1,4 εκ ευρώ στην αγορά για κάθε 100 εκ ευρώ χορηγήσεων (σημειωτέον ότι στην μετά το 2010 οι χορηγήσεις των τραπεζών στον ιδιωτικό τομέα κυμαίνονται γύρω στο 230 εκ ευρώ). Δηλαδή, κάθε χρόνο, ένα ποσό περί τα 3 εκ ευρώ (κοντά στο 2% του ΑΕΠ), που μέσα από τον πολλαπλασιαστικό μηχανισμό της οικονομίας θα γινόταν τζίρος, μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές, τόκοι φορολογικά έσοδα. Επίσης, θα περιόριζε τους ρυθμούς «παραγωγής» κόκκινων δανείων και τη ζήτηση πρόσθετης ανακεφαλαίωσης τραπεζών. Και τότε, σίγουρα δεν θα έφθανε κανείς στο 2014 ζητώντας «νέα μέτρα». Επιπλέον, η χρηματιστηριακή πορεία των τραπεζών θα επηρεαζόταν θετικά από την προεξόφληση της ανάκαμψης της ίδιας της οικονομίας. Πάντως, το επιτοκιακό περιθώριο των ελληνικών τραπεζών το α’ εξάμηνο του 2013 κατεγράφη πλέον του 2,5% και ανερχόμενο, ενώ η Ιρλανδία έχει μπει σε φάση ανάκαμψης από το 2011 και οσονούπω αναμένεται η πλήρης απεμπλοκή της από το μνημόνιο.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s