Ιρλανδία, Ελλάδα και Τράπεζες

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινη της Κυριακής, 1.12.2013.

Όταν μια οικονομία βρίσκεται σε κρίση, η υπέρβαση της απαιτεί τη σύμπραξη δημοσιονομικής, εισοδηματικής και νομισματικής πολιτικής. Συμμετοχή μιας χώρας στην ζώνη του ευρώ απεμπολεί τη δυνατότητα συναλλαγματικής πολιτικής. Για τη νομισματική πολιτική τα εθνικά περιθώρια προκύπτουν από τη δυνατότητα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος να προσδιορίσει τα επιτόκια και περαιτέρω την προσφορά χρήματος, ανταποκρινόμενο λιγότερο ή περισσότερο στη ζήτηση χρήματος της πραγματικής οικονομίας. Ουσιαστικά, μόνο η δημοσιονομική και η εισοδηματική πολιτική μένουν στις πολιτικές αρχές. Στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης, τρόικα και κυβερνήσεις ενεργοποίησαν δημοσιονομικές και εισοδηματικές πολιτικές. Η νομισματική πολιτική δεν εναρμονίσθηκε ώστε να υποβοηθήσει την ταχύτερη δυνατή υπέρβαση της κρίσης, την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων και την ανάκαμψη της οικονομίας. Continue reading

Να επιβληθεί η ενίσχυση της ρευστότητας

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ την 4η Αυγούστου 2013

Στην πανηγυρική συνάντηση του πρωθυπουργού με τις διοικήσεις των «συστημικών» τραπεζών για την επιτυχή έκβαση της κεφαλαιοποίησής τους, ανακοινώθηκε ότι ζητήθηκε από τις τελευταίες να συνδράμουν ώστε να μειωθούν τα επιτόκια και να αυξηθεί η ρευστότητα στην αγορά. Εύλογα προκύπτει η σύγκριση της «πρωθυπουργικής έκκλησης» προς τους διοικητές χρεοκοπημένων τραπεζικών επιχειρήσεων που ενεργούν στους ρόλους τους με χρήματα που παρασχέθηκαν με την εγγύηση των φορολογουμένων, σε σχέση με την «πρωθυπουργική επιβολή» της μείωσης συντάξεων στους συνταξιούχους ή της μείωσης των μισθών στους εργαζομένους, που έτσι και αλλιώς φορολογούνται (και) για να διατηρούν τους τραπεζίτες στους ρόλους τους. Μήπως η κυβερνητική επιβολή (και όχι η έκκληση) δικαιολογείται απολύτως από το κοινωνικό και οικονομικό κόστος της στήριξης των τραπεζών, παράλληλα με την ευθύνη τους στη δημιουργία όσο και την αναπαραγωγή της κρίσης (βλέπε για παράδειγμα νομισματικός εκτροχιασμός από το 2001 και εντεύθεν, απρονοησία στη λήψη επαρκών προβλέψεων κατά την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης όσο και χρηματοδότηση του ελληνικού Δημοσίου, ακόμη και μετά το 2007). Continue reading

Φορολόγηση ακινήτων με δίκαιο τρόπο (Διακυβεύει τη σταθεροποίηση η φορολόγηση ακινήτων).

δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 9 Ιουνίου 2013

Οι ρυθμίσεις που αφορούν τις αξίες της ακίνητης περιουσίας θίγουν εμμέσως πλην σαφώς το ίδιο το σταθεροποιητικό πρόγραμμα και την προοπτική ανάκαμψης της οικονομίας. Η προτεινόμενη φορολόγηση των ακινήτων είναι σίγουρο ότι θα μειώσει τις τιμές τους και με αυτό τον τρόπο και την αξία των ενεχύρων των τραπεζών. Η αύξηση των επισφαλών απαιτήσεων και η μείωση των εγγυήσεων που υπολογίζονται στη βάση της αξίας των ενεχυριασμένων ή υποθηκευμένων ακινήτων, θα οδηγήσει σε μείωση των ήδη βεβαρυμμένων δεικτών επάρκειάς τους. Το γεγονός αυτό θα τις εξωθήσει σε αύξηση απαιτήσεων προς τους πελάτες για εκχώρηση περαιτέρω εξασφαλίσεων, ή μείωση των χορηγήσεων με περιορισμό των ορίων και επιστροφή δανείων. Επιπλέον, θα επιφέρει αυξήσεις στα επιτόκια χορηγήσεων, σε μια προσπάθεια των τραπεζών να αυξήσουν την κερδοφορία τους ώστε να αντισταθμίσουν τις απώλειες από την εγγραφή ζημιών λόγω της μείωσης της αξίας των εξασφαλίσεων τους. Ουσιαστικά, η φορολόγηση των ακινήτων θα καταλήξει σε περιορισμό των πιστοδοτήσεων και της ρευστότητας και σε αύξηση των επιτοκίων χορηγήσεων, ενισχύοντας τις πτωχεύσεις, τον περιορισμό των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών και εν γένει, θα ενισχύσει δυναμικές που εγκλωβίζουν την οικονομία σε μια διαδικασία εμβάθυνσης και παράτασης της κρίσης. Continue reading

Το ολιγοπώλιο των τραπεζών, τροχοπέδη στην ανάπτυξη

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή την 17η Οκτωβρίου 2010

Κριτήριο για την αποτίμηση του ρόλου του τραπεζικού και εν γένει του χρηματοπιστωτικού συστήματος μιας χώρας είναι η υποστήριξη που παρέχει το χρήμα στην ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία του συνόλου των πολιτών. Αυτό το κριτήριο αποτίμησης δεν είναι άλλο από το κόστος με το οποίο επιβαρύνουν οι τράπεζες μια συναλλαγή. Ας υποθέσουμε ότι έχουμε μια οικονομία με μηδενικό πληθωρισμό. Για να δούμε ποιος είναι ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος πρέπει να εξετάσουμε εάν μια συναλλαγή αξίας €100 τελικά στοιχίζει στους συναλλασσόμενους €101 ή €105; Εάν στοιχίζει €105 για τους «μη έχοντες» και €101 για τους «κατέχοντες»; Όσο μεγαλύτερο είναι το τελικό κόστος σε σχέση με την αρχική συναλλαγή, τόσο πιο αντιαναπτυξιακό είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όσο πιο ακριβή γίνεται η συναλλαγή για τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις – και με δεδομένο τον κίνδυνο της συναλλαγής – τόσο πιο ταξικός είναι ο ρόλος των τραπεζών.

Continue reading